Koritsi Barela 100

Ονειροκρίτης

oneirokriths 200

kolovos 150

Μάης

Μας ήρθε ο Μάης ο καλός
ζεστός, λουλουδιασμένος
ο τόπος είναι πράσινος
και ανθοστολισμένος

τρώνε τα γιδοπρόβατα
λουλούδια σνθισμένα
και έρχονται για άρμεγμα
με γάλα φορτωμένα

σαν ένα πράσινο χαλί
στέκονται τα τριφύλλια
και τα πουρνάρια γέμισαν
με κόκκινα ξιφίλια

Ο Μάης μόλις μέσιασε
φεύγουμε ξεκινάμε
Παίρνουμε τα κοπάδια μας
για τα βουνά τραβάμε

Έχουμε ποδαρόδρομο
τη νύχτα και τη μέρα
να φτάσουμε στα έλατα
το δροσερό αέρα

Στίχοι: Παρλάτζας Αλέξανδρος

Αδερφολιανισμένος
KleftesΕκιά τα χρόνια σ'κώνονταν τα παιδιά κι έβγαιναν στο κλαρί, γένονταν κλέφτες, άμα μάλωναν με καέναν Τούρκο ή άμα σκότωναν καέναν. Νιά βολά ήταν ένας κηχαϊάς πολύ πλούσιος κ' είχε δυό παιδιά, το τρανό μερακλάντσε κι βήκι στο κλαρί, γίνκε κλέφτ'ς και δε ματαγύρσε κανιά βολά στο οτζάκι.
Το μκρό το παιδί έκατσε στο οτζάκι, ήταν μπαϊά μ'κρότερο, έμαθε και γράμματα και θαλά πάρει το οτζάκι όντα θα τρανέψ'. Ύστερα απο χρόνια, έφυγε το οτζάκι πάει αλλού, σ' άλλα β'νά. Νια νύχτα πάν οι κλέφτες στα κονάκια. Στ' εκ'νούς τ'ς κλέφτες καπετάνος ήταν το τρανό το παιδί τ' κηχαϊά, αλλά δεν ήξερε τίνος είναι το οτζάκι εκιό. Παν εκεί κι είπαν ότις είναι τούρκ', τ'ς ήταν με τουρκικά σκτιά και τάχα πάν τ'ς βλάχ' ένα γράμμα απ΄τουν Πασά.

Περισσότερα...

Μια αλήθεια, μια πορδή, δεν δικάσ’κι του πιδί
Ήταν ένα Σαρακατσανόπουλο τζομπάνος, καμμιά εικοσιπενταριά χρονών, κι του ‘χαν κάν’ δυο μηνύσεις. Μία ότι έκλεβε τα κ’δούνια από ένα κοπάδι πρότα απ’ έναν χωριάτ', κι η άλλη ότι είχε απολύσ’ κατ’ σπαρτά. Ήταν κι λίγο ζόρ΄κος, ιδώ που τα λέμε, και μάρτυρας δεν πάαινε κανένας απ’ τα κονάκια. Είχαν τ’ς επιφυλάξεις τ’ς. Στου πρώτου δεν ήταν αλήθεια, στου δεύτερο τι να κάμ’ ο πατέρας τ’, πήγε. «Αφού δεν έρχεται καένας θα ν’ άρθου ιγώ, τ’ λέει. Παν' στου δικαστήριου, φουνάζουν τ’ όνομα, σ’κώνεται απάν, τ΄λέν’ την κατηγόρια. 

Περισσότερα...

Σαν παραμύθι.
KontogiannisΈτος 1962. Παραμονή Χριστουγέννων. Χρόνια δύσκολα, οι φαμπλιές μεγάλες, οι απαιτήσεις της νομαδικής ζωής πολλές. Τα αδέρφια σκορπισμένα σε διάφορες εργασίες, καθένας όπου έκρινε ο τσέλιγκας ότι θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα. Οι γναίκις στο κονάκι μέσα στις πυρετώδεις εργασίες των Χριστουγέννων. Ο γένους έχει αρχίσει, τα γυναικόπαιδα πρέπει να εκτελούν τις απαραίτητες προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα στα χειμαδιά.

Περισσότερα...

Ο ακάλεστος
Gamos 100Ξέχασαν να τον καλέσουν; χάθηκε ίσως το κάλεσμα στο ταχυδρομείο; κάτι, τέλος πάντων, πήγε στραβά και ο συγγενής δεν πήρε κάλεσμα για τον γάμο του ανιψιού του. Παντρεύονταν ο γιός του ξαδέρφου του, με τον οποίο είχαν πολύ καλή σχέση και του κακοφάν'κει πολύ. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι έμεινε ακάλεστος.
Δεν το έβαλε όμως κάτω και σηκώθηκε και πήγε στο γαμήλιο γλέντι του ανιψιού του.
Μπαίνοντας στο χώρο, όπου γίνονταν το γλέντι, έτρεξε ο πατέρας του γαμπρού να τον καλωσορίσει, για να ακούσει τον μουσαφίρ' να τον ρωτάει...

Περισσότερα...

Ο... κομουνισμός τ' γερο Μήτρου
Εξηγούσαν στο γερο-Μήτρο τι θα ισχύσει άμα έρθει ο κομουνισμός στη χώρα. Και για να τον πειράξουν, του λένε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, ακόμα και οι γυναίκες «θα νά’ναι ανταμ’κές».
Οπότε τον ακούν να λέει με καημό:

-Άμα είνι να’ρθ’ ου κιαρατάς, να’ρθει τώρα απ’ούμαι στα πουδάρια μ’!

Περισσότερα...

Τα σκουλήκια στην κοιλιά του αλόγου και η επέμβαση των κτηνοτρόφων
alogo 100Στα κονάκια μας κάποιος είχε ένα άλογο άρρωστο. Είχε φαίνεται σκουλήκια στην κοιλιά του και δε μπόρεγε να το πάρει απάνω του. Μαζώχτηκαν ένα σωρό άντρες και με τριχιές τόδεσαν απ’ τα ποδάρια, τις τράβηξαν απ’ τις άκρες και κρατώντας το κιόλας απουδώ κι απουκεί, τόρριξαν καταή και το ανασκέλωσαν. Έφεραν νιά μακρυά βέργα ξύλινη τυλιγμένη με άσπρο πανί, σαν επίδεσμο, και αλειμμένη με μέλι. Τέντωσαν λοιπόν το σβέρκο απ' τ’ άλογο, τ’ άνοιξαν το στόμα και τώχωσαν τη βέργα στο στομάχι του.

Περισσότερα...

Το δάγκωμα του σκύλου
skylos 100Τόχαμε παλληκαριά να πειράξουμε κάνα σκ(υ)λί, να μας ριχτεί και να το αλικοτήσουμε, βαρώντας το με το ξύλο. Σε λίγα όμως σκυλιά κόταγαμε να το κάμουμε αυτό. Μόνο ο Λιγάκης ο Κόρκος, πούταν και τρανυτεράκος από μας, δε σκιάζονταν και τράβαγε ίσια απάνω τους και μόλις του ρίχνονταν τα σκυλιά, ανέμιζε την κλίτσα του πέρα δώθε σα σπάθα και σαν παλαβός. Γι’ αυτό και τον έλεγαν «Λία Θυμωμένο», ή ο «Θυμωμένος». Απ’ τα σκυλιά έχω πάθει πολύ μικρός, νήπιο, λαχτάρα που τα σημάδια της τάχω ακόμα στο χέρι μου. Είχαμε νιά ξένη φαμελιά τσιοπαναραίόυς κι είχαν φκιάσει παρέκει απ’ τα σπίτια μας καλύβι με φτέρες και μπάτσες.

Περισσότερα...

Ο... υπερήφανος σαρακατσιάνος και η δόλια Σαρακατσιάνα
Mpotos 100"Θυμώμαι μικρός, πως πάαινε κι ο πατέρας μου. Καλοφοριώνταν πολύ. Το φλώρο παντελόνι του, τ' αδιάβροχα τσαρούχια του με τις τρίχινες τις φούντες, φλώρο κοντό (πουκάμισο) και καινούρια πατατούκα, το ρολόϊ του με την ασημένια καδένα περασμένη στο λαιμό και στο στήθος μπροστα σταυρωτά, σκούφια μαύρη ατλαζένια (τις καλύτερες τις έφκιανε στη Λαμία ενας Μακρόπουλος παλιά), έναν μεγάλον πλατύ φλώρο λαιμοδέτη, «μπουρμπούλι», που μπουρμπούλωνε το κεφάλι με τη φαλάκρα του —καθώς τον θυμήθηκα φαλακρός ήταν— φλώρο ζουνάρι και μέχρι και μαντέκα στο μουστακι, ήταν φοβερά μερακλής, την κάπα του με τα φλώρα γαϊτανια κι ανέβαινε καβάλλα στόν Ψαρή του και με τον ανεψιό του το Γιάννη στο Ντουρή του και κίναγε. Της έβγανε το λάδι της δόλιας της μάνας μου, όσο να τον τοιμάσει και να τον ξεκινήει, τόσο αργοστόλης ήταν. Και κανιά βολά, άμα τώλεγε και κανιά κουβέντα απ’ την αγανάχτηση της, δεν το είχε και σε τίποτα ο πουτσαράς, να την καταχεριάσει κιόλας. 

Περισσότερα...

Η Σαρακατσιάνα και το Καλοκαίρι στον κάμπο
Theros 100Την Άνοιξη του σαρανταένα, οι δικοί μου με την ανωμαλία που υπήρχε, την κατοχή των Ιταλών κι επειδή είχαν και χωράφια σπαρμένα και για να μην είναι μοιρασμένοι μισοί στον κάμπο και μισοί στα βουνά, αποφάσισαν για πρώτη βολά να μην πάν στα βουνά, να κάτσουν στον κάμπο. Κι έτσι όταν γύρισα απ’ την Αλβανία, τους βρήκα στο χωριό, στη Νταουτζιά. Ο πατέρας μου πάντα στον κάμπο το πέρναγε λίγο πολύ το Καλοκαίρι με τα σπαρτά κι άλλες δουλειές που είχε. Το ίδιο και τ' αδέρφια μου δεν παραννοιάζονταν, όπως κι οι αδερφάδες μου. Η μάνα μου όμως, που απ’ τα γέννητά της, άμα έρχονταν η Άνοιξη, δεν είχε μείνει ούτε νιά μέρα στον κάμπο, δεν την χώραγε ο τόπος.

Περισσότερα...

Ο χεζολόγος
konakia 100Στα πουρνάρια πούταν στην άκρη απ’ τα κονάκια, ήταν ο χεζολόγος.
Δεν τον έφκιασε καένας, ούτε τον όρισε για τέτοιον. Το μέρος ήταν ανάμερο, κρυφό και πάαινε ο κόσμος εκεί.

Νιά βολά μ' έπιασε ο μπάρμπα Κολιός να κάνω τη δ(ου)λειά μ’. Ντροπιάστηκα, σηκώθηκα, έμασα τα βρακιά μ', μα αυτός ο καημένος μούπε: «Άει κόπρισι του τόπου πιδί μ'...!».

Περισσότερα...

Έτσ' χάθ'κει ου Γιάννους μια νύχτα...
moiroloi 100Όξου ου αέρας σταματ'σει να φ'σάει. Ένα απαλό αηράκ' απόμ'νει μαναχά, θαρρείς κι ήθελ' ου Θεός να διωχν' τουν μπόχου απ' του θάνατου!
Τι βραδιά κι αυτή θέ' μ'!
Ο Γιάννους τ'ς Αλέξινας, τον ήφεραν σήμηρα απ' του Νουσουκουμείου.
"Δεν γέννητει", ειπαν οι γιατροί "παρτη τουν στα καλύβια να παραδώσει τ' ψ'χή τ'!".
Ποιος; ...ου Γιάννους απ' έπιανει τ'ν πέτρα κι τ'ν έστυβει!!!

Περισσότερα...

“Κάϊναμι… τούζμανι”
TsigganaΚατά τη διάρκεια του συμμοριτοπόλεμου δεν επέτρεψαν οι αρχές να ανέβουν στα βουνά τα τσελιγκάτα. Γι' αυτό το τσελιγκάτο του παππού μου, μαζί με κάποια άλλα που είχαν τα χειμαδιά τους στο Βαρικό Λιτοχώρου, βρέθηκαν να ξεκαλοκαιριάζουν στον κάμπο του Αιγινίου Πιερίας.
Μια νύχτα, στα μέσα Οκτωβρίου, κατέβηκε μια ομάδα συμμοριτών στον κάμπο για να... επιστρατεύσουν νέους, άλογα και τρόφιμα από την περιοχή. Μεταξύ πολλών άλλων νέων πήραν και μερικά Σαρακατσιανόπουλα. Τον πατέρα μου, τον αδελφό του Ηλία και τον Γιάννη τον Τσινή. Τους πήγαν στο Πιέρια όρη όπου είχαν ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκεί γινόταν η επιλογή και ανάλογα με τις ανάγκες τους, τους διοχέτευαν σε διάφορες ομάδες ανταρτών, ή στη σχολή αξιωματικών που είχαν σε περιοχή της Γιουγκοσλαβίας.

Περισσότερα...

Πρέπ’ να γράν’ς μαλλί να φας ψωμί
Το λέγανε οι Σαρακατσιάνοι όταν ήθελαν να πούνε σε κάποιον πως πρέπει να συμμετέχει στο έργο για να απολαύσει την αμοιβή και το αποτέλεσμα.

Περισσότερα...

Βαρβάτος
polyteknosΟ Μήτρος, πατέρας εννιά παιδιών, κατέβηκε στο παζάρι για... κατ' πέρα δώθε. Αφού τελείωσε τις δουλειές του, πέρασε και από το καφενείο όπου σύχναζαν οι σαρακατσιάνοι, «μπακ’ κι δει κανέναν γνωστό». Εκεί συνάντησε συγγενή του, ο οποίος καθόταν στο τραπέζι με κάποιον άγνωστο στο Μήτρο, και του πρότεινε να καθίσει μαζί τους. Αφού κάθισε, ακολούθησαν οι συστάσεις. «από εδώ ο Αποστόλης ο Βαρβάτος» είπε στον Μήτρο συστήνοντας τον ομοτράπεζό του ο ξάδερφος.

Περισσότερα...

Ο λαλάς και η κούκλα… φύλακας
Vitrina 100Ο λαλάς ο Γιάννος κατέφκει στ'ν Αλεξανδρουπουλ' στο παζάρ’. Θέλησε να πάει σ' ένα μαγειρειό να φάει κι δίπλα ήταν μαγαζί με ρούχα. Εκεί είδε μια γυναίκα να στέκεται μπροστά στο κατάστημα. Πα’εν’ ο λαλάς, αφήν’ το τ’σακ’ (δισάκι) δίπλα της κι τ’ς λέει, «Τήρα, θα σ’ αφήκου τα πράματα να τα φ’λας κι θα πάω να φάω λίγο.
Πα’αίν’ ο λαλάς, έφαγε, γυρνάει καμιά βολά, η... γυναίκα στεκόταν στην ίδια θέση, αλλά... π’θενά το τ’σακ’!

Περισσότερα...

Ο διαιτητής σφύριζε στον αγώνα και η γ'ναίκα τ'... σκλεύονταν
ProvataΟ μπάρμπα-Θανάσης, από περιέργεια ακολούθησε τον γιό του και για πρώτη φορά πήγε στο γήπεδο για να παρακολουθήσει ένα ντέρμπυ. Με το που μπήκε στις κερκίδες και είδε το γήπεδο ξαφνιάστηκε και ρώτησε το γιό του, «Να τ’ αμολάν' αυτό το τσιαϊρ’ ή τ’ απαγορεύουν;». Το είδε σαν βοσκότοπο ο γέροντας. Συνήθειες χρόνων φυτεμένες βαθιά μέσα στην ψυχή του.

Περισσότερα...

Η συμβουλή της γιαγιάς, που... δεν αφορούσε στην ίδια
Pappoudes 100Λίγες εβδομάδες πριν βαφτίσω το γιό μου, έτυχα σε ένα συγγενικό τραπέζι, καθήμενος δίπλα στην γιαγιά μου, μάνα του πατέρα μου. Ενώ τρώγαμε, κάποια στιγμή που οι άλλοι ήταν αφοσιωμένοι στη συζήτηση κάποιου θέματος, έσκυψε να μοιραστεί μαζί μου κάτι που την απασχολούσε. "Δεν μ' λες, Γιώρ' θα το πεις το παιδί!" Έμοιαζε με συμβουλή, αλλά σε τόνο προστακτικής. Για να την πειράξω, της είπα ότι θα έδινα το όνομα του πεθερού μου. "Ούϊ, μάνα μ', πρώτο παιδί και δεν θα πεις στουν πατέρα σ'!", αντέδρασε ξαφνιασμένη. 

Περισσότερα...

Φορτών΄ου Γκόγκος αλλά που ξεφορτών’; (Φορτώνει ο Γκόγκος αλλά που ξεφορτώνει)
Σαρ. φράση, όταν κάποιος χωρίς περίσκεψη έπαιρνε μια απόφαση, ή συμπεριφόρονταν με ελαφρότητα.

Εξαγωγή δοντιών χωρίς... ανέσια
donti 100Πολλοί σαρακατσάνοι με την εγκατάστασή τους σε χωριά, από λάθος επιλογές, αλλά και από θέμα τύχης, βρέθηκαν να τα περνάνε δύσκολα. "Δεν είχαν τον τρόπο τ'ς", όπως μου το είπε ο Γιώργος που μου διηγήθηκε την ιστορία. Ένας από αυτούς, ο μπαρμπα-Σπύρος, περήφανος σαρακατσιάνος, αλλά με... "στενάχωρα" οικονομικά, πήγε με τ' γριά τ' στον οδοντογιατρό για να τους εξετάσει τα δόντια. Αυτός διαπίστωσε ότι τέσσερα δόντια του ίδιου και 3 της γιαγιάς, ήταν σε τέτοια κατάσταση παραμελημένα, που δεν μπορούσαν πια να γιατρευτούν και έπρεπε να προχωρήσει στην εξαγωγή τους και ενημέρωσε σχετικά τον πελάτη.

Περισσότερα...

Τα ψάρια και ο... τσοπάνος
fischΧρόνια κτηνοτρόφος ο μπαρμπα-Μήτρος μετακόμισε στα γεράματά του στην Αθήνα, για να είναι κοντά στα παιδιά του τα οποία εργαζόταν εκεί. Μια μέρα πήγε στον ψαρά της γειτονιάς να αγοράσει ψάρια. Αφού διάλεξε «κατ’ τρανά» ψάρια, ρώτησε τον πωλητή για την τιμή τους.
«Δεκαπέντε ευρώ το κιλό» του απάντησε ο ψαράς.
«Με τόσες παράδες, δεν πάω καλύτερα να πάρω αρνί!» απόρησε ο πρώην κτηνοτρόφος.

Περισσότερα...

 

All rights reserved Christos Xiromeritis 6936513213