Koritsi Barela 100

Ονειροκρίτης

oneirokriths 200

kolovos 150

Μάης

Μας ήρθε ο Μάης ο καλός
ζεστός, λουλουδιασμένος
ο τόπος είναι πράσινος
και ανθοστολισμένος

τρώνε τα γιδοπρόβατα
λουλούδια σνθισμένα
και έρχονται για άρμεγμα
με γάλα φορτωμένα

σαν ένα πράσινο χαλί
στέκονται τα τριφύλλια
και τα πουρνάρια γέμισαν
με κόκκινα ξιφίλια

Ο Μάης μόλις μέσιασε
φεύγουμε ξεκινάμε
Παίρνουμε τα κοπάδια μας
για τα βουνά τραβάμε

Έχουμε ποδαρόδρομο
τη νύχτα και τη μέρα
να φτάσουμε στα έλατα
το δροσερό αέρα

Στίχοι: Παρλάτζας Αλέξανδρος

Ο... υπερήφανος σαρακατσιάνος και η δόλια Σαρακατσιάνα
Mpotos 100"Θυμώμαι μικρός, πως πάαινε κι ο πατέρας μου. Καλοφοριώνταν πολύ. Το φλώρο παντελόνι του, τ' αδιάβροχα τσαρούχια του με τις τρίχινες τις φούντες, φλώρο κοντό (πουκάμισο) και καινούρια πατατούκα, το ρολόϊ του με την ασημένια καδένα περασμένη στο λαιμό και στο στήθος μπροστα σταυρωτά, σκούφια μαύρη ατλαζένια (τις καλύτερες τις έφκιανε στη Λαμία ενας Μακρόπουλος παλιά), έναν μεγάλον πλατύ φλώρο λαιμοδέτη, «μπουρμπούλι», που μπουρμπούλωνε το κεφάλι με τη φαλάκρα του —καθώς τον θυμήθηκα φαλακρός ήταν— φλώρο ζουνάρι και μέχρι και μαντέκα στο μουστακι, ήταν φοβερά μερακλής, την κάπα του με τα φλώρα γαϊτανια κι ανέβαινε καβάλλα στόν Ψαρή του και με τον ανεψιό του το Γιάννη στο Ντουρή του και κίναγε. Της έβγανε το λάδι της δόλιας της μάνας μου, όσο να τον τοιμάσει και να τον ξεκινήει, τόσο αργοστόλης ήταν. Και κανιά βολά, άμα τώλεγε και κανιά κουβέντα απ’ την αγανάχτηση της, δεν το είχε και σε τίποτα ο πουτσαράς, να την καταχεριάσει κιόλας. 

Στον Αρμυρό πώς τα πέρναγε και τί έκανε δεν ξέρω, μα καταλαβαίνω, άπ’ όσα κι ο ίδιος μολόγαγε κι η μάνα μου έλεγε υστερότερα με παράπονο, ότι αυτός πάαινε και γκεζέραγε κι έτρωγε κι έπινε στα παζάρια και στις χαρές κι αυτήν ούτε σ’ ένα γάμο δεν την πήρε.
Δόλια μανούλα μου, πόσο βασανισμένη κι αδικημένη ήσαν!"

Από το βιβλίο του Γιάννη Μποτού, "Σαρακατσιαναίοι"

 

All rights reserved Christos Xiromeritis 6936513213