• Εκτύπωση

Σαν παραμύθι.
KontogiannisΈτος 1962. Παραμονή Χριστουγέννων. Χρόνια δύσκολα, οι φαμπλιές μεγάλες, οι απαιτήσεις της νομαδικής ζωής πολλές. Τα αδέρφια σκορπισμένα σε διάφορες εργασίες, καθένας όπου έκρινε ο τσέλιγκας ότι θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα. Οι γναίκις στο κονάκι μέσα στις πυρετώδεις εργασίες των Χριστουγέννων. Ο γένους έχει αρχίσει, τα γυναικόπαιδα πρέπει να εκτελούν τις απαραίτητες προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα στα χειμαδιά.

Εγώ, το παιδί της οικογένειας, πού η μοίρα θέλησε να αλλάξω πορεία και να μάθω γράμματα, έπρεπε να κάνω αυτά που μου αναλογούν. Η δομή στο τσελιγκάτο ηταν και συγκεκριμένη και αυστηρή. Αλλού τα γαλάρια, αλλού τα στέρφα, αλλού τα άλογα, κάθε κατηγορία στη θέση της.

Στο προσήλιο, δώθε από το χωριό, το Λειβαδερό Δράμας, είχαμε ένα σαϊά (πρόχειρο μαντρί) για να ξεχειμωνιάσουν εκεί τα στέρφα. Για τους τσομπαναραίους, είχαν φτιάξει ένα "ορθό καλ'βάκι" [καλύβι με σκελετό από λούρα που σχηματίζουν κώνο και σκεπασμένο με διάφορα σαλώματα (ξερά χόρτα κυρίως σάζια) ] , για να κοιμούνται μέσα, να ανάβουν φωτιά να στεγνώνουν τα βρεγμένα σκτιά τους, αλλά και να κρεμάνε και διατηρούν εκεί τα όποια τρόφιμα..!

Ο χειμώνας του 1962 βαρύς και το 14χρονο, άμαθο στις κακουχίες, έπρεπε να εκτελέσει την αποστολή του. Εγώ έπρεπε να αναλάβω (έτσι έλαχε) τον ανεφοδιασμό των στερφάρηδων με τις προμήθειες των Χριστουγέννων. Έπρεπε ακόμα και γι' αυτούς τους απομονωμένους δικούς μας ανθρώπους, οι γιορτινές μέρες να είναι διαφορετικές . Η γιορτή των Χριστουγέννων για τους Σαρακατσάνους μαζί με τον Αη Γιώργη, της Παναγίας και τον Αη Δημήτρη ήταν οι μεγαλύτερες γιορτές και τους ταίριαζε ο ανάλογος σεβασμός.


Αφού μαζώχκαν τα απαραίτητα σε τρία σακιά, τα δυό ήταν γεμάτα καθαρά ρούχα (κάμσα, σώβρακα, τσουράπια) στο τρίτο έβαλαν τις πίτες που ετοίμασαν με πέτρα οι γναίκις,αλλά και κλουράκια κι άλλα καλούδια (κουκόσις, λεφτουκάρια, χαρούπια).

Απ' τα κατ' τα καλύβια έξω από το Παρανέστι, που ήταν τα κονάκια μας τα χμειωνιάτκα και τα μαντριά με τα γαλάρια τα πρότα, μέχρι το σταθμό του τραίνου, με πήγε ο πατέρας μου με τα άλογα φορτωμένα τα εφόδια.

Ήρθε το τραίνο, μου έδωσε και το εισιτήριο μετ' επιστροφής για τη Δράμα ο πατέρας μου, φορτώσαμε τα σακιά, ραμμένα απου πάν, νάναι τιμαρημένα , με σκτιά, πίτες και καλούδια, για τα Χριστούγεννα! Εκεί ήταν ο αδερφός μου ο τρανός, ένας πρώτος ξάδερφός μας και ο λαλάς μου ο Γιάννος, αδερφός του πατέρα μου!

Με στάσεις σε κάθε χωριό ως τη Δράμα, με το τραίνο καρβουνιάρη, έφτασα κάποια ώρα.... Εκεί με περίμενε ο λαλάς μου στο σταθμό με ένα μπλάρ κι ένα γομάρ! Μέχρι να φτάσουμε στο χωριό Λειβαδερό, καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα βόρεια της Δράμας, ανεβαίνοντας προς τα Βουλγαρικά σύνορα, εκεί ήταν το γιατάκι για τα στέρφα τα πρότα (μέρος οπου κοιμούνται οι τσουμπάνδις), κόντεψε να λιποθυμήσω απ' του κρύου! Που να αντέξει το παιδικό κορμί τις πολικές θερμοκρασίες! Εκείνο που μας κράταγε όμως ζεστούς ηταν η ψυχή μας. Ήταν η συντροφικότητα και η αδελφική εκείνη αγάπη που ένωνε τους Σαρακατσάνους. Ήταν αυτή η αγάπη που μας κρατούσε ζεστούς και μας έδινε δύναμη.

Σάς τα μολογάω αυτά τώρα ως ένας παραμυθάς παππούς ώστε οι νιώτεροι να καταλάβετε απο πού αντλούσαν την δύναμη οι Σαρακατσάνοι των λόγγων και των κακοτράχαλων βουνών και να μπορέσω να σας ανάψω ενα μικρό καντηλάκι αγάπης και συντροφικότητας στην ψυχή. Εφόδιο και προίκα στα χρόνια που ανοίγονται μπροστά σας.

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ