Koritsi Barela 100

Ονειροκρίτης

oneirokriths 200

kolovos 150

Μάης

Μας ήρθε ο Μάης ο καλός
ζεστός, λουλουδιασμένος
ο τόπος είναι πράσινος
και ανθοστολισμένος

τρώνε τα γιδοπρόβατα
λουλούδια σνθισμένα
και έρχονται για άρμεγμα
με γάλα φορτωμένα

σαν ένα πράσινο χαλί
στέκονται τα τριφύλλια
και τα πουρνάρια γέμισαν
με κόκκινα ξιφίλια

Ο Μάης μόλις μέσιασε
φεύγουμε ξεκινάμε
Παίρνουμε τα κοπάδια μας
για τα βουνά τραβάμε

Έχουμε ποδαρόδρομο
τη νύχτα και τη μέρα
να φτάσουμε στα έλατα
το δροσερό αέρα

Στίχοι: Παρλάτζας Αλέξανδρος

Μια αλήθεια, μια πορδή, δεν δικάσ’κι του πιδί
Ήταν ένα Σαρακατσανόπουλο τζομπάνος, καμμιά εικοσιπενταριά χρονών, κι του ‘χαν κάν’ δυο μηνύσεις. Μία ότι έκλεβε τα κ’δούνια από ένα κοπάδι πρότα απ’ έναν χωριάτ', κι η άλλη ότι είχε απολύσ’ κατ’ σπαρτά. Ήταν κι λίγο ζόρ΄κος, ιδώ που τα λέμε, και μάρτυρας δεν πάαινε κανένας απ’ τα κονάκια. Είχαν τ’ς επιφυλάξεις τ’ς. Στου πρώτου δεν ήταν αλήθεια, στου δεύτερο τι να κάμ’ ο πατέρας τ’, πήγε. «Αφού δεν έρχεται καένας θα ν’ άρθου ιγώ, τ’ λέει. Παν' στου δικαστήριου, φουνάζουν τ’ όνομα, σ’κώνεται απάν, τ΄λέν’ την κατηγόρια. 

-«Ιγώ δεν έχω κλέψει κ’δούνια ποτέ. Άλλο τίποτα»
-Έχ΄ς κάνα μάρτυρα τ’ λέει ου Πρόηδερους.
-Έχου τουν πατέρα μ’
-Να ‘ρθει, λέει ο Πρόηδερους
Σ’κώνεται απάν’ ου γέροντας και λέει τ’ μηνητή:
-Σ’ λείπουν κι πρότα;
-Όχι, τ’ λέει
-Άλλους είν’ ου κλέφτ’ς, κύριε Πρόεδρε
-Πώς το λές με βεβαιότητα, τ’ λέει ου Πρόηδερους
-Αποκλείεται ο θ’κός μ’ ου γιος να πιάσ’ τ’ν πρατίνα, να τ’ς βγάλ’ το κ΄δούν' κι να τ'ν  απουλήσ'.
-Γιατί, ρωτάει ο Πρόηδερος
-Θα τ΄ν έπαιρνε μαζί με του κ’δούν'. Αφού δεν τ’ λείπ' πρατίνα, άλλους είν’ ου κλέφτ’ς σ’ λέου.
Τουν αθέουσε ου Πρόηδερος.

Να πάμε στην άλλη μήνυση τώρα.
Του ‘πε το κατηγορητήριο. Μάρτυρα έχει πάλι τουν πατέρα τ’.

-Για πες μας τώρα, τ’ απόλ’σε τα σπαρτά ου γιος; τ’ λέει ου Πρόηδερους.
-Ιγώ εκείν’ τ’ βραδιά είμαν με τα στέρφα. Άκ’σα όμους άλλα γκ’δούνια μεσ’ στα σπαρτά. Δεν ήταν τ’ παιδιού
-Τα είδες, λέει ου Πρόηδερους, δεν ήταν ου γιος σ’;
-Τ’ άκ’σα, λέει ου γέρουντας
-Αφού δεν τα είδες, δεν πιάν’ το άκουσμα. Κάτσει κάτω, τ’ λέει ο Πρόηδερους. Ένοχος ο κατηγορούμενος.
Μόλις ακούει ου γέροντας «ένοχος» ρίχνει έναν πόρδο. Τον ακούει ο Πρόεδρος, φωνάζει τον χωροφύλακα να τον συλλάβει.
-Γιατί κύριε πρόεδρε μη συλλαμβάν’;
-Για προσβολή δικαστηρίου, τ΄λέει
-Γιατί είδις τίπουτα
-Όχι, άκουσα.
-Μπα, για σένα πιάνει το άκ’σμα, για μένα δεν πιάν;

Το σκέφτηκε λίγο ο Πρόεδρος και αθέουσε το πιδί.

Όταν πήγαν στα κουνάκια ρώτ΄σι η μάνα τ΄πιδιού τι 
έγινε στου δικαστήριου.
«Μια αλήθεια, μια πορδή, δεν δικάσ’κι του πιδί!!!»

Αυτόν του μουραπά τον μολόγαγε ο πατέρας μου.
Είναι αλήθεια μο’ ‘λεγε αλλά δεν σ’ λέω τ’ όνομα:

Βασίλης Κουτσούμπας, (
Τσουκαλάδες Βοιωτίας)

Το αντέγραψα από το 76ο φύλλο "Τα Σαρακατσάνικα Χαιρετήματα"

 

All rights reserved Christos Xiromeritis 6936513213