Koritsi Barela 100

Ονειροκρίτης

oneirokriths 200

kolovos 150

Μάης

Μας ήρθε ο Μάης ο καλός
ζεστός, λουλουδιασμένος
ο τόπος είναι πράσινος
και ανθοστολισμένος

τρώνε τα γιδοπρόβατα
λουλούδια σνθισμένα
και έρχονται για άρμεγμα
με γάλα φορτωμένα

σαν ένα πράσινο χαλί
στέκονται τα τριφύλλια
και τα πουρνάρια γέμισαν
με κόκκινα ξιφίλια

Ο Μάης μόλις μέσιασε
φεύγουμε ξεκινάμε
Παίρνουμε τα κοπάδια μας
για τα βουνά τραβάμε

Έχουμε ποδαρόδρομο
τη νύχτα και τη μέρα
να φτάσουμε στα έλατα
το δροσερό αέρα

Στίχοι: Παρλάτζας Αλέξανδρος

Σχέδιο Σαρακατσιάνικης Ομιλίας
tseligades 01Χώρ'σα του λειβάδ' σ' απουλσιές και κάθι μέρα απόλαγα τά πρότα σί μίνια. Μιά μέρα εκεί απο'βοσκαν στου παστρικό και ήταν λαρωμένα κι' ακούγονταν μαναχά τά κ'δούνια τ'ς, πετάχ'κι μέσα απ'τού ρέμα ένας λύκους. Ενα θηριό μέχρι εκεί απάν'. Σκιάχκαν τά πρότα, πρόγκ'σαν κι σκρόπ'σαν κατ' ιδώ και κατ'ικεί. Ου λύκους πήρε από κοντά να κυνηγάει μιά λάϊα πρατίνα. Η καημέν' σα νά 'ξερε πού ήμαν κι' έρχονταν κατ' ιμένα.

Μόλις τ'ν είδα να τρέχ' αλαφιασμέν' είδα κι του λύκου νά τ'ν κυν'γάει. Χούϊαξα μ' όλ' τ' δύναμ' τ'ς φωνής μ'. Η πρατίνα συνέχ'σι να πλαλεί. Ού λύκους σκιάχκι. Σταμάτ'σι. Μί τήραξει αγριεμένος. Μόδειξει τά δόντια τ' γκρινιάζοντας καί τό 'βαλε στα ποδάρια. Είδι νάρχονται κι τά σκ'λιά. Αυτά ήταν απο πέρα και κυνήγαγαν κατ' ν'φίτσες. Ακ'σαν τ'ς φωνές μ', μύρ'σαν και τού λύκου κ' ήρθαν να τόν κυνηγήσουν. Ηταν αλάργα. Αλύχταγαν όμως από κει. Αργησαν λίγο γιατί ανακατώθ'καν με τά πρότα απ' σουρτάριασαν κατ' τ' μεριά τ'ς. Του πήραν από κοντά τού λύκου. Πλάλαγαν από κοντά τ' αλχτώντας. Τα σκ'λιά ήταν δυό, ο Γκεσούλ'ς κι ού Αράπ'ς. Ού λύκους ήταν πολύ τρανός, σά γομάρ'. Όταν κόντευαν να τούν φτάσουν τά σκ'λιά κοντοστέκονταν. Γυρνάει ολόκληρους και τήραγι πίσω. Ανοίγι το στόμα τ' και φοβέριζ' τα σκ'λιά δείχνοντας τά δόντια τ'. Εκείνα τά κακομοίρ'κα κιότευαν και στέκονταν σκιαγμένα. Μόλις άκγαν τ' θκή μ' τ' φωνή κι ού λύκους τό 'βαζε στά ποδάρια, τα σκ'λιά έπαιρναν κουράϊο κι' πλάλαγαν από κοντά τ'. Αυτό έγινε πολλές βολές. Τότε ακούσ'κι απ'τού μαντρί τ' Ζαρογιάνι μιά τ'φικιά. Τ'φέκσι ου Μήτρους. Άκσι τα χουΐατά μ' και τ'αλχτήματα απ'τά σκλιά, αλχτήματα γιά λύκου, κατάλαβε ότι βάρεσε λύκους και γιά νά γλυτώσ' τά πρότα έριξε μια τ'φκιά με τούν γκρά τ'.
Άμα άκ'σαν τ'ν τ'φεκιά τά σκ'λιά θάρρεψαν πολύ. Χύμηξαν σά λιουντάρια κατά τ'μεριά τ' λύκου. Το ένα, ού Γκεσούλ'ς, έμπηξε τα δόντια τ' στα καπούλια τ' λύκου. Το άλλο, ού Αράπ'ς, τόν δάγκωνι στά πλευρά τ', πότε από δώ και πότε από κεί. Ού λύκους γύριζε τρουϋρου μονοκόμματα γιά νά δαγκώσ' τού Γκεσούλ'. Δέν μπόρ'γε όμως γιατί κι'ού Γκεσούλ'ς με καρφωμένα τά δόντια τ' στά καπούλια τ' λύκου γύρνα'ε κι'αυτός τρουϋρου. Εκεί σ'μά ήταν κι' ένα βάτου, μιά τρανή ζίγρα. Γυρνώντας γύρου-γύρου σκλί καί λύκους πάϊναν κατά τού βάτου. Ξανακούσκι κι' άλλη τ'φικιά τ' Μήτρου. Δυνάμωσαν κι' άλλο τά σκ'λιά. Κιότεψε πλειότερο ού λύκους. Κι'όλο γύρναγαν τρουϋρου, τρουϋρου. Χούγιαζα κι'εγώ πλειότερο. Είδα τότε τού λύκου νά ακουμπάει στ' ζίγρα απ' τά βάτα, νά σκοντάφτ' σ'αυτά και νά σωριάζετι ανάσκελα μέσα στ'ν πατ'λιά απ'τά βάτα. Μπερδέφ'κι ού λύκους μέ τά βάτα. Ανακατώθκαν τά μαλλιά τ' μέ τά βάτα καί τ'αγκάθια τ'ς. Δέν μπόρα'ε να σ'κουθεί. Κούναγε τα ποδάρια κατ' ιδώ καί κατ' ικεί καί τά σκλιά τόν δάγκωναν όπ' μπόραγαν. Κι 'γώ χούϊαζα, "φάτον Γκεσούλ, φάτον Αράπη". Κι' άλλη τ'φικιά ο Μήτρος. Και τότε είδα τού Γκεσούλη ν' αρπάζ' τού λύκου απ' τό λαιμό μέ τά δόντια τ'. Απάνω τ' κι' ού Αράπ'ς. Ού Γκεσούλ'ς είχε σ'κουμένη ίσα απάν' τ’ν ουρά τ'. Είχε τσιλουμένα τ'αυτιά τ'. Ηταν αναμαλλιασμένους. Αγριος. Εμπηξε τά δόντια τ' στό λαιμό τ' λύκου. Τίναζι τού κεφάλ'τ δεξιά κι' ζερβά. Καί σέ λίγο γιόμ'σαν τά βάτα απ' τό αίμα τ' λύκου. Τόν έσφαξι μι τά δόντια τ' σάν αρνί. Ού Αράπ'ς δάγκωνε κι'αυτός όπου έφθανι. Τό αίμα έβαψι κατακόκκινα τά βάτα καί τά χορτάρια καί τ'αλθάρια καί τό χώμα!! Καί ού λύκους ψόφ'σι.
Ού Γκισούλ'ς κι'ού Αράπ'ς μέ κόκκινα τά μουσούδια τ'ς κούναγαν τ'ν ουρά τ'ς περήφανα αγναντεύοντας τ' αγρίμ'. Και στρογγυλοκάθισαν στά πισινά τ'ς. Απόστασαν στόν αγώνα τ'ς μέ τό λύκο!!
Ύστερα απού λίγο σίμωσα κι 'γώ ικεί. Είδα τού λύκου καταμακελεμένο. Τά σ'κλιά μί τήραγαν περήφανα γιά τ' δ'λειά πόκαμαν. Πήγα σιμά τ'ς, τά χάιδεψα. Εκείνα κούναγαν τ'ν ουρά τ'ς χαρούμενα. Είναι σάν να μόλεγαν "τά κατάφεραμαν αφεντικό"!! Τότε κι' εγώ έβγαλα απ' τόν τρουβά δύο τρανά "γκομουλια" καί τ'ς έ'ρξα , ένα στό καθένα. Εκείνα τά 'φαγαν σα λιμασμένα!!
Μικρή, ασήμαντη αμοιβή γιά ένα τόσο μεγάλο κατόρθωμα!!

Από το βιβλίο του Ν. Κατσαρού:
ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ Β' ΜΕΡΟΣ

 

All rights reserved Christos Xiromeritis 6936513213

 
 
 

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 11 επισκέπτες και κανένα μέλος