Koritsi Barela 100

Ονειροκρίτης

oneirokriths 200

kolovos 150

Μάης

Μας ήρθε ο Μάης ο καλός
ζεστός, λουλουδιασμένος
ο τόπος είναι πράσινος
και ανθοστολισμένος

τρώνε τα γιδοπρόβατα
λουλούδια σνθισμένα
και έρχονται για άρμεγμα
με γάλα φορτωμένα

σαν ένα πράσινο χαλί
στέκονται τα τριφύλλια
και τα πουρνάρια γέμισαν
με κόκκινα ξιφίλια

Ο Μάης μόλις μέσιασε
φεύγουμε ξεκινάμε
Παίρνουμε τα κοπάδια μας
για τα βουνά τραβάμε

Έχουμε ποδαρόδρομο
τη νύχτα και τη μέρα
να φτάσουμε στα έλατα
το δροσερό αέρα

Στίχοι: Παρλάτζας Αλέξανδρος

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ-ΕΝΝΟΙΑ-ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Από τα βιβλία του Νίκου Κατσαρού
"ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ") πρώτο και δεύτερο μέρος
Οι λέξεις που στη συνέχεια παρατίθενται και ετυμολογούνται είναι από τα δύο βιβλία του Νίκου Κατσαρού: "ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ" πρώτο και δεύτερο μέρος και υπερβαίνουν τις 900. Οι 530 είναι από το πρώτο βιβλίο του, Εκδόσεων Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ και οι 392 από το δεύτερο βιβλίο. Είναι ένας σοβαρός αριθμός που μπορεί να θεμελιώσει σταθερά και σίγουρα από γλωσσολογικής πλευράς την αλήθεια ότι οι Σαρακατσιαναίοι είναι ένα αρχαίο ελληνικό φύλο. Αρκετές από τις παρατιθεμένες λέξεις γράφονται για πρώτη φορά. Πολλές άλλες όμως χρησιμοποιούνται και σε πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας. Αυτό αποδεικνύει ότι οι Σαρακατσιαναίοι μιλούν μόνο ελληνικά. Δεν υπάρχει σαρακατσιάνικο γλωσσικό ιδίωμα. Διατήρησαν με απλά λόγια στο λεξιλόγιό τους λέξεις αρχαιοελληνικές και τις αποδίδουν, ως προς την σημασία τους, πιστότερα από κάθε άλλον.

"Αβασκαμός": Το μάτιασμα, η πρόκληση βλάβης με την επήρεια του βλέμματος κάποιου άλλου ή της σκέψης του. Από το αρχ. ελλ."βάσκανος"= αυτός που ματιάζει ή που προκαλεί βλάβη σε άλλον με το βλέμμα ή τη σκέψη του. Το αρχικό -ά δεν είναι στερητικό, αλλά τίθεται από τους Σαρ. χάριν ευφωνίας. (Γ. Μπαμπ. Σελ. 359, Δ. Δημητράκου σελ. 298).

Από Αβασκαμός έως Αψυώνω

«Βαβά και βαύω» = η γιαγιά, η γριά, η μητέρα των
γονέων μου.
«Βαύω» λεγόταν κατά τον Όμηρο η τροφός της θεάς Δήμητρας.

Από Βαβά έως Βυζοπιάνω

"Γάβρος":Είδος θάμνου. Από το μεταγενέστερο "γράβιον" (Σ. Ψάλτ. στην Αθηνά 26 ΛΑ 55, Μ. Στεφανίδ. στο Λεξ. Αρχ. 6,210). Κατά C. Meyer, N.S. 5,24 από το σλαβ. Gabru<grabru.

Από Γάβρος έως Γωνολίθια

«Δεματσούλα» = μικρό δεμάτι θάμνων (πουρνάρια, κέδρα, παλιούρια) χρησιμοποιούμενο για την κατασκευή, το κλείσιμο, το φράξιμο των ποιμενικών εγκαταστάσεων. Με αυτά έφτιαχναν τα πρόχειρα μανδριά.
Από το ομηρικό «δέμω» = κτίζω, οικοδομώ, από το οποίο παράγεται το «δεμάτων», υποκοριστικών του «δέμα -τος» = μικρόν δέμα.

Από Δεματσούλα έως Δυσάκκι

«Είσμπα» = στενό κοίλωμα, άνοιγμα βράχου, σχισμή βράχου, που με πολύ δυσκολία μπαίνει κάτι (άνθρωπος, ζώο) μέσα.
Από το «εις» και το ομηρικό «εμβαίνω» = πηγαίνω εντός, μπαίνω μέσα, εισέρχομαι σε κάτι, υπάγω, χωρώ, προχωρώ.

Από Είσμπα έως Εξώλης

"Ζάβατος": Θόρυβος, οχλοβοή, κυρίως θόρυβος από τα πέλματα των πολλών ζώων που διαβαίνουν τρέχοντας ή περπατούν γρήγορα όλα μαζί.
Από το αρχ.-ελλ. "ζάβατος": περαστικός, διαβατός, ο διαβάτης (Αιολ. Σαπφώ 150 Bgk) ή το "ζάβοτος": πολύφορ- βος και πολύκτηνος (Ησύχιος, Φώτιος, Σουίδας).
Ίσως όμως να προέρχεται η λέξη "ζάβατος" και από το "ζώον-α" (και ζα) και το ρήμα "βαίνω" (Ιλ. Ρ. 359, Πλάτ. Φαίδρ. 252 Ε).

Από Ζάβατος έως Ζώστρα

«Ήγκαιρο» ή «ήγκυρο» =γάλα, το γάλα των πρώτων ημερών της προβατίνας που γέννησε, το πρωτόγαλα, η κολιάστρα.
Από τη λέξη «έγκαιρος» = ο γινόμενος εγκαίρως, ο λαμ­βανόμενος στον πρέποντα, το δέοντα καιρό, που προήλθε από την ομηρική λέξη «καίριος -η -ον» = επίκαιρος, ο εις αρμόδιον τόπον λεγόμενος ( Δ, 485. θ, 84. 326. Λ, 439).

Από Ήγκαιρο έως Ήπατα

"Θαλά": Οτι θά, ότι τάχα θα, ότι τάχα θέλω νά.
Σαρ. φράση: "Μούπε ότι θαλά ν'άρθει, άλλά δέν ήρθι". Κατά την προσωπική μου γνώμη: Πιθανή προέλευσή του από το ρήμα θέλω και το μόριο Να που συνδυαζόμενα εξελίσσονται σε θέλ-να και θαλά.

Από Θαλά έως Θωριά

«Ίγγλα» = η ζώνη με την οποία δένεται σφιχτά το σα­μάρι στο σώμα του αλόγου, η «ζώστρα».
Από το «γιγγλυμός» = στρόφιγξ, θλακωτήρι, το θηλύκωμα των αρμών του σώματος, η κλείδωσις και τη λέξη «γίγγλα», που παράγεται από το ρήμα «γιγγλυμόομαι» = ενώνο­μαι (Σ. Βυζ. Α - Μ 2500).

Από Ίγγλα έως Ιχλύς

"Κάδη": Ξύλινο εργαλείο μέσα στο οποίο "χτυπιόταν" με το βουρτσόξυλο η "κορφή" δηλαδή το ξυνισμένο γάλα, που προορίζεται για αποβουτύρωση. Η κάδη λέγεται και βούρτσα.
Από το αρχ.-ελλ. "κάδος" (Ν. Ανδρ. 138).

Από Κάδη έως Κοντύλι

«Κοπάδι» = το ποίμνιον από πρόβατα ή γίδια ή βόδια.
από το ομηρικό
«κόπτω», διότι κόπτονται για τροφή των ανθρώπων (Αδ. Κοραής ΔΙ σελ. 242). 
Στους Βυζαντινούς το «κοπάδι» λεγόταν «κόπαιον».
Κατά τον Ν. Ανδρ. - 164 το «κοπάδιον» είναι υποκορι­στικό της αρχαίας λέξης «κοπή» = τομή, σφαγή.

Από Κοπάδι έως Κωλόκρο

"Λάγανο": Χόνδρος που σχηματίζεται στο υπερώο του στόματος του ζώου (άλογου, μουλαριού , γάϊδουριού κ.λ.π.) κοντά στα επάνω δόντια και το εμποδίζει να βο¬σκήσει.
Οι Σαρ. χειρουργούσαν το χόνδρο αυτό και τον αφαιρούσαν.
Παρακολούθησα τέτοια χειρουργική επέμβαση: Χειρουργός ο πατέρας μου. Άνοιξε το στόμα του ζώου. Έβαλε στο στόμα του, ανάμεσα στις σιαγόνες του ένα χονδρό ξύλο για να μη μπορεί να κλείσει το στόμα του και στη συνέχεια με ένα πολύ κοφτερό μαχαίρι έκοψε το λάγανο. Δέν πρέπει να πόνεσε το ζώο. Δε θυμάμαι αν μάτωσε. Μάλλον όχι. Μεταγενέστερα "Λάγανον" (Ησύχιος Λάγανα) - το λεπτόν και ευρύ πλακούντιον εξ αλεύρου και ελαίου, ώς τα Ιτρια (Μάτρων παρ' Αθην. 656 F πρβλ 110 Α "ελκϋειν λάγανον" Αθήν. 647 Ε).

Από Λάγανο έως Λωλός

"Μαγαρίζω" = Μιαίνω, λερώνω. Και 

"Μαγαρσιά" = Η ακαθαρσία, τα ανθρώπινα περιττώματα.
Από το αρχ.-ελλ. "μεγαρίζω" = λατρεύω σε μέγαρα, δηλ. σε σπήλαια, τη Δήμητρα, είμαι εθνικός και όχι χριστιανός (Ν. 
Ανδρ. εν. αν. σελ. 193, μετοχή: μαγαρισμε'νος = εκείνος που λαμβάνει μέρος σε ειδωλολατρικές τελετές μέσα σε σπήλαια, μιαρός (Κ. Αμαντ. Γλωσσ. Μελετ. 111 κ.εξ. - Γ. Χατζ. ΜΝΕ 2. 334 Φ. Κουκουλ. Βυζαντ. Βίος 5 παράρτ. 54 κ.εξ.).

Από Μαγαρίζω έως Μωροζώντανος

"Νάμ" = Δώσε μου, να μου δώσεις, φράση που τη λέει ο Σαρ. απλώνοντας το χέρι για να πάρει κάτι από κάποιον άλλο, μοίρασε και σε μένα. Σαρ. φράση: "Νάμ λίγο ψωμί μάνα". Πιθανή προέλευση του από το αρχαίο ελληνικό ρήμα "νέμω" = διανέμω. Ίσως όμως να αποτελεί σύντμηση και της φράσης "να μου δώσεις", που κατά τη συνήθεια των Σαρ. περιορίσθηκε στο "νά μ' δώσεις" και στη συνέχεια στο "νά μ' ", με το οποίο συνοδευόμενη από τη σχετική κίνηση του χεριού εξεδήλωνε πλήρως την πρόθεση του ζητουντας κάποιο πράγμα.

Από Ναμ έως Νυχτέρι

"Ξαγκ(υ)λίζω": Ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω τα ανακατωμένα μαλλιά, ισιώνοντας τις τρίχες τους, ξαίνω τα μαλλιά. Η εργασία αυτή γινόταν από τις Σαρακατσιάνες γυναίκες με λανάρια ή με ειδικό χτένι με σιδερένια δόντια, όπως και
τα λανάρια.
Το "ξάγκλισμα" των μαλλιών γίνεται μετά το πλύσιμο και το στέγνωμα τους και ήταν αναγκαίο για να ακολουθήσει το γνέσιμο. Το ειδικό χτένι με το οποίο χτενίζονταν και ξε-πλέκονταν τα μαλλιά των προβάτων πάντοτε λεγόταν "ξαγκλόχτενο".
Ίσως να σχηματίζεται από την πρόθεση "εκ" που συνηθέστατα μετατρέπεται σε "ξ" και το αρχ.-ελλ. "αγκυλος,-η,-ον" = κυρτός, κεκυρτωμένος, γιατί με το χτένισμα τα μαλλιά ισιάζουν και παύουν να είναι αγκυλωτά και μπερδεμένα.

Από Ξαγκ'λίζω έως Ξυνόγαλο

"Οϊδίζω"=ομοιάζω, είμαι ίδιος με κάποιον ή με κάτι άλλο, έχω τα ίδια γνωρίσματα με κάποιον άλλον. Σαρ. φράση: "Το παιδί οϊδίζει στόν πατέρα τ' ". Πιθανώς από τον παρακείμενο του ρήματος "είδω", που είναι "οίδα" που στην αιολική απαντάται ως "οίδα" =γνωρίζω, γινώσκω καλώς, φαίνομαι, φαίνομαι ότι είμαι (Ιλ. Α. 228, Οδ. I, 11, Αλκαίος 141).

Από Οϊδίζω έως όψεται

«Παγούρι» = μικρό μεταλλικό δοχείο ύδατος με φρασσόμενο στόμιο με πώμα.
Από το ομηρικό «πάγουρος» (Λεξ. Νικολάί'δη σελ. 401), που έμεινε και στο Βυζάντιο ως «πάγουρος» και σημαίνει εί­δος καρκίνου (κάβουρα) έχοντος σκληρό και τραχύ όστρακο. Το «παγούρι» έχει σχήμα κάβουρα.

Από Παγούρι έως Πυτιά

«Ράγα» = η θηλή του μαστού, η ρώγα του μασταριού.
Από το «ραξ - ραγός» = ρώγα, κόκκος (Hoeg.II
, 12).

"Ραιβός, α": Στραβός, όχι ευθυτενής, όχι ίσιος κατά το βάδισμα, κυρτός, καμπούρης.
Από το αρχ. "ραιβός,-ή,-άν"= καμπύλος, κυρτός, μάλιστα επί των εχόντων τα σκέλη καμπύλα είς τα ένδον, στραβοπόδης. (Αριστ. π. Σοφιστ. Ελέγχ. 31,3, Λυκόφρων 262).

Από Ράγα έως Ρούσος

«Σαίϊα»= τα ρούχα που φορούν οι Σαρακατσιάνοι, αλλά και οι αποσκευές της σαρακατσιάνικης οικογένειας, που φορτώνονταν ,στα ζώα και μεταφέρονταν από τόπο σε τόπο επάνω στα σαμαρωμένα ζώα.
Πιθανή προέλευση από το«σάγη»ή«σαγη»= (πλην άλλων) οικοσκευή, έπιπλα, σκεύη ή από το αρχαίο ελληνικό «σάγμα» που πλην άλλων σημαίνει και «στοίβα»,«σωρός πραγμάτων».
Είναι πολύ πιθανή η εξέλιξη της λέξης«σαγη -αί»ή «σά-γη - σάγαι» σε «σάγια» και «σαίια» =οικοσκευή που μεταφέρεται στα σαμάρια.

Από Σαίϊα έως Σωκόρφι

"Τάγιστρον" = Το μερίδιο τροφής ενός πηριδίου (τουρβά) (Κ. Πορφυρογ. Εκθεσ. Βασ. Τάξ. 462, Νικήτ. 643).

"Ταή": Η τροφή, το χορτάρι, η ξηρονομή για τα ζώα, η κανονισμένη τροφή, το κανονισμένο σιτηρέσιο. Σαρ. φράση: "Τόν πήρα τζιομπάνο με ταή μαζί".
Από το αρχ.-ελλ. "τάσσω", αόρ. β' "ετάγην" = βάλλω είς τάξιν, τακτοποιώ, παρατάσσω, τοποθετώ (Ξεν. Οι κ. 4,5, Πλάτ. Νομ. 625 6, Διόδ. 11,41, Ευρ. Αποσττ. 975 Yagn.).

Από Τάγιστρον έως Τφάνι

 

All rights reserved Christos Xiromeritis 6936513213

 
 
 

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 5 επισκέπτες και κανένα μέλος