Koritsi Barela 100

Ονειροκρίτης

oneirokriths 200

kolovos 150

Μάης

Μας ήρθε ο Μάης ο καλός
ζεστός, λουλουδιασμένος
ο τόπος είναι πράσινος
και ανθοστολισμένος

τρώνε τα γιδοπρόβατα
λουλούδια σνθισμένα
και έρχονται για άρμεγμα
με γάλα φορτωμένα

σαν ένα πράσινο χαλί
στέκονται τα τριφύλλια
και τα πουρνάρια γέμισαν
με κόκκινα ξιφίλια

Ο Μάης μόλις μέσιασε
φεύγουμε ξεκινάμε
Παίρνουμε τα κοπάδια μας
για τα βουνά τραβάμε

Έχουμε ποδαρόδρομο
τη νύχτα και τη μέρα
να φτάσουμε στα έλατα
το δροσερό αέρα

Στίχοι: Παρλάτζας Αλέξανδρος

Ύμνος στη Σαρακατσιάνα

Τρανό ‘ναι και μεγάλο το χρέος που νιώθω
Στη σαρακατσιάνα γυναίκα εγκώμιο να πλέξω,
Δυνατά να εξυμνήσω τις πολλές αρετές της
Και μεγάλες αλήθειες γι’ αυτή να κηρύξω.

Να τη γνωρίσουν ως αδελφή, μητέρα και κόρη,
Ως σύζυγο και αποκούμπι του άνδρα στη στάνη,
Ως καρδιά κι αγκωνάρι δυνατό και γερό
Της οικογένειας, του τσελιγκάτου σε κάθε καιρό.

Να τη θαυμάσουν ως γιαγιά γεμάτη σοφία
Και πείρα και γνώση και καλοσύνη πολλή,
Που κρατεί της οικογένειας ψηλά την αξία,
Την ιστορία, την παράδοση πολύ ζωντανή.

Γεννιέται στα καλύβια επάνω στις ράχες
Χωρίς γιατρό και μαμή κι άλλη βοήθεια.
Μεγαλώνει στην πλάτη της μάνας μέσα στα κρύα,
Στη στάνη, στο τσελιγκάτο, στα ορθά τα κονάκια.

Συντροφιά της οι μπόρες, οι βροχές και οι βοριάδες,
Τα χιόνια, οι πάγοι και οι φοβερές κακουχίες.
Δεν υπάρχει για κείνη αναπαμός και σεργιάνι,
Ούτε φκιασίδια, διασκεδάσεις, επισκέψεις και γλέντια.

Το χειμώνα συνοδεύει από κοντά το κοπάδι.
Μεταφέρει στα χέρια της τα νεογέννητα αρνιά.
Δένει στο μπιτούλι τις άστοργες προβατίνες
Που δεν θέλουν να βυζάξουν τα δικά τους αρνιά.

Εκείνη μαζεύει τα βούζια και τα’ άλλα χορτάρια
Και στρώνει μ’ όλα αυτά τα λασπωμένα μαντριά,
Για να ‘χουν τα πρότα, τα γίδια, τα’ αρνιά, τα κατσίκια
Στεγνό και ζεστό μαντρί, μια διαμονή παστρικιά.

Σηκώνει στην πλάτη της το βαρύ το ζαλίκι
Αγόγγυστα μεταφέρει το φορτίο της μακριά.
Στον κόρφο της στεριώνει της κεντημένη της ρόκα
Και γνέθει την τλούπα, τη δεμένη σ’ εκείνη σφιχτά.

Ατέλειωτες ώρες στον αργαλειό καθισμένη
Χτυπά με το χτένι της υφάδι στημόνι.
Πατά τις πατήθρες και τη σαΐτα περνά
Κι υφαίνει για όλους υφαντά ξακουστά.

Τη στενοχωρεί ο αργαλειός, το εκεί κλείσιμό της.
Της αρέσει ο ήλιος, τα βουνά, οι κορφές και οι λόφοι,
Τα ξεφύλια, τα λουλούδια, οι γκρεμοί και οι λάκες,
Οι ανάβρες, τα ρυάκια, τα βαρκά και οι σούδες

Χαίρεται καθισμένη στην κορφή κάποιου βράχου
Με άλλες κοπέλες της στάνης αντάμα.
Γνέθει τον άσπρο το φίνο, και στρίβει τα’ αδράχτι.
Παραβγαίνει με κείνες για πιο μακριά κλωστή.

Πετάει απ’ τη χαρά της πεζή περπατώντας
στο δρόμο που οδηγάει στα ξύλα του λόγγου,
στις πλαγιές με τα κέδρα, τα κατσαρά τα πουρνάρια,
το κατάξανθο τσάι στου βουνού την κορφή

Στο άρμεγμα βοηθάει, «κεντώντας» να περάσουν
απ’ τους καθιστούς αρμεχτάδες, στα λιθάρια της στρούγκας
οι γαλάρες οι πρατίνες, οι μαλτέζες οι γίδες,
που περιμένουν να αρμεχτούν κι αυτές στη σειρά.

Κι ασταμάτητα κεντάει κι ατέλειωτα πλέκει
μπλούζες, ζακέτες, τσουράπια και σκούφους,
να ζεστάνει τους άνδρες τα παιδιά και τους γέρους
στις παγωνιές και στα χιόνια, στις βροχές και στις μπόρες.

Με γυμνά τα ποδάρια στα ρέματα μέσα
Ώρες ατέλειωτες απ’ το πρωί ως το βράδυ,
Πλένει τις τράγιες τις κάπες, τα μαύρα μαλλιότα
Βουτώντας τα αδιάκοπα στα παγωμένα νερά.

Σηκώνει τον κόπανο, και δυνατά τα χτυπά
Πάνω στα τρανά τα λιθάρια που τά χει βαλμένα
Τα’ απλώνει με τάξη στα πουρνάρια επάνω
Και στη στάνη τα φέρνει στεγνωμένα μετά.

Ιώβεια υπομένει φωνές, βρισιές και καυγάδες
Τ’ αντρίκια ξεσπάσματα, τα γεμάτα υστερία
Και δειλά κι αθόρυβα προσπαθεί η καυμένη
Τις καρδιές να γλυκάνει, να ηρεμήσει τα νεύρα.

Κι όταν βρεθεί στο καλύβι, κοντά στα παιδιά της,
Σφιχτά τα’ αγκαλιάζει με στοργή και μ’ αγάπη
Τα χαϊδεύει, τα φιλάει και ακούει απ’ αυτά
Πως τη μέρα περάσαν από εκείνη μακριά.

Το καθήκον της βλέπει σαν το μόνο της χρέος
Στα παιδιά της, στον άνδρα της και σ’ όλους στη στάνη.
Στις πολλές εργασίες να τους βοηθάει γερά.
Του τσελιγκάτου, της στάνης να τιμήσει τη φήμη.

Κι ο νους της στα καθημερινά ακούραστα τρέχει.
Τι φαΐ να ετοιμάσει για σπιτικούς και βοσκούς.
Πόσα σκυλοψώματα να ζυμώσει και να ψήσει
Για τους σκύλους, τους φίλους του κοπαδιού τους πιστούς.

Κι όταν το βράδυ βρεγμένοι και κατάκοποι όλοι
Βρεθούν στο καλύβι, στη βάτρα, κοντά στη φωτιά,
Εκείνη η δύσμοιρη πίσω απ’ τις πλάτες των άλλων
Τη χαίρεται, αγναντεύοντας την από πολύ μακριά.

Ένα πόνο στην ψυχή της δεν μπορεί να σιγάσει
Βλέποντας τα μικρά της με τα βιβλία στα χέρια.
Είν’ αγράμματη η δόλια και δεν ξέρει τι λένε,
Και σκάζει απ’ το κακό της και τον πολύ της καημό.

Οι γονείς της δεν θέλαν στο σχολειό να πηγαίνει.
Της είπαν ότι τα κορίτσια είχαν άλλο σκοπό.
«Στο δάσκαλο πηγαίνουν μόνο τα’ αγόρια της στάνης
να μαθαίνουν να κάνουν κανένα λογαριασμό».

Στις ελάχιστες ώρες της ξενοιασιάς και του ύπνου
Τελευταία εκείνη έχει τη χαρά να πλαγιάσει.
Κι είν’ ανήσυχος ο ύπνος, ζωντανοί οι εφιάλτες,
Όλο άγχος και σκέψεις κι αγωνίες πολλές.

Σιωπηλά αγναντεύει όλους όσους κοιμούνται.
Συλλογιέται τι να ‘γραψε γι αυτούς ο Θεός.
Κι ώρες ατέλειωτες την ανάσα τους ακούει
Ξαγρυπνώντας μέχρι να χαράξει το πρώτο το φως.

Σκύβει μ’ ευλάβεια μπροστά στο εικονοστάσι
Τα’ Αϊ-Δημήτρη, τα’ Αϊ-Γιώργη, της γλυκιάς Παναγιάς,
Γονατίζει με δέος, συντριβή και μ’ αγάπη
Ζητεί την ευλογιά τους με δάκρυα καυτά.

Ξέρει ότι εκεί ψηλά στις κορφές και στις ράχες
Όλοι ζουν πιο κοντά στο γλυκό το Χριστούλη
Εκείνος τις τύχες τους ορίζει. Στη ζωή τους κρατεί.
Τα ζωντανά τους προστατεύει. Τα παιδιά οδηγεί.

Σ’ αυτή την αδελφή, την κόρη τη μάνα,
με σεβασμό και μ’ αγάπη υποκλίνομαι βαθειά.
Τον ύμνο της πλέκω, την προσφορά της τιμώ,
Τις θυσίες της εξαίρω, την καλοσύνη της υμνώ.

Κι απ’ τα βάθη της καρδιάς μου με φωνή δυνατή
Στα πέρατα του κόσμου φωνάζω ν’ ακουστεί,
«Μάνα σαρακατσιάνα πιστή, καλή κ’ αγαθή
περήφανος είμαι που με γέννησες και μ’ ανάθρεψες εσύ».

Νίκος Κατσαρός
(Απ' το βιβλίο του: ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΣΑΡΑΚΑΤΣΙΑΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ Β' ΜΕΡΟΣ)

 

All rights reserved Christos Xiromeritis 6936513213

 
 
 

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 12 επισκέπτες και κανένα μέλος